top of page

Κατάθλιψη ή πεσμένη διάθεση

  • Εικόνα συγγραφέα: Γεώργιος - Κωνσταντίνος Ιωαννίδης
    Γεώργιος - Κωνσταντίνος Ιωαννίδης
  • πριν από 2 ημέρες
  • διαβάστηκε 6 λεπτά

Αν και η κατάθλιψη δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους, υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά που συναντώνται συχνότερα.



Η πεσμένη διάθεση αποτελεί μια συναισθηματική κατάσταση που όλοι βιώνουμε κατά καιρούς, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα κάτι παθολογικό. Όταν όμως η απελπισία και το αίσθημα ότι δεν μπορούμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας παραμένουν σταθερά, χωρίς να υποχωρούν με τον χρόνο, τότε βρισκόμαστε πιθανότατα μπροστά σε κατάθλιψη, μια από τις πλέον διαδεδομένες ψυχικές διαταραχές παγκοσμίως, όπως επισημαίνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (World Health Organization, 2023).

Πρόκειται για μια διαταραχή που πλήττει τη λειτουργικότητα του ατόμου και του στερεί τη δυνατότητα να απολαύσει τη ζωή του, φτάνοντας σε βαριές μορφές να κάνει ακόμη και το να περάσει κανείς την ημέρα του να μοιάζει με άθλο, ή να γεννά σκέψεις τερματισμού της ζωής (American Psychiatric Association, 2013).

Αν και η κατάθλιψη δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους, υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά που συναντώνται συχνότερα. Το άτομο βλέπει τα πράγματα μονίμως αρνητικά, πιστεύοντας πως τίποτα δεν πρόκειται να καλυτερέψει και πως καμία ενέργειά του δεν θα άλλαζε την κατάσταση, μια στάση που ο Beck (1967) περιέγραψε ως τη «γνωστική τριάδα» της κατάθλιψης, δηλαδή την αρνητική θεώρηση του εαυτού, του κόσμου και του μέλλοντος. Χάνει σταδιακά το ενδιαφέρον για ανθρώπους και δραστηριότητες που παλαιότερα του χάριζαν χαρά, είτε πρόκειται για χόμπι είτε για κοινωνικές συναναστροφές είτε ακόμη και για τη σεξουαλική ζωή του. Νιώθει μια διαρκή κόπωση, ενώ παρατηρούνται και διαταραχές στην όρεξη με αντίστοιχες μεταβολές στο βάρος, καθώς και προβλήματα ύπνου, είτε με τη μορφή αϋπνίας, ιδίως με πρωινή αφύπνιση πολύ νωρίτερα από το συνηθισμένο, είτε με υπερβολική υπνηλία.

Η συγκέντρωση πλήττεται εξίσου. Εργασίες που παλαιότερα διεκπεραιώνονταν εύκολα γίνονται πλέον δυσβάσταχτες, η μνήμη «κολλάει» και οι αποφάσεις δυσκολεύουν. Παράλληλα, το μυαλό κατακλύζεται από αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό, το παρόν και το μέλλον, σκέψεις που το άτομο αδυνατεί να ελέγξει. Ιδίως στους άνδρες, η κατάθλιψη μπορεί να εκφράζεται περισσότερο ως ευερεθιστότητα και θυμός παρά ως θλίψη, μια παρατήρηση που έχει τεκμηριωθεί και σε νεότερη κλινική βιβλιογραφία γύρω από τα ανδρικά πρότυπα κατάθλιψης (Martin, Neighbors & Griffith, 2013). Ο άνθρωπος γίνεται νευρικός, ανήσυχος εσωτερικά, με χαμηλή ανοχή στο περιβάλλον του, και μπορεί να στραφεί σε αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, κάπνισμα ή παρορμητικές, επικίνδυνες συμπεριφορές.

Χαρακτηριστική είναι επίσης η αίσθηση εξάντλησης. Ακόμη και ένα ασήμαντο έργο μπορεί να νιώθεται εξουθενωτικό ή να απαιτεί δυσανάλογα πολύ χρόνο. Συχνά συνοδεύεται από έντονο αίσθημα ενοχής ή αναξιότητας, με το άτομο να κρίνει τον εαυτό του με αυστηρότητα για κάθε πραγματικό ή φανταστικό λάθος του. Δεν είναι σπάνιο, τέλος, να εμφανίζονται ανεξήγητοι πόνοι, όπως πονοκέφαλοι ή ενοχλήσεις στην πλάτη, στο στομάχι και στους μυς, χωρίς σαφή οργανική αιτία. Κάτι τέτοιο αποδίδεται εν μέρει στη στενή αλληλεπίδραση σώματος και ψυχικής κατάστασης (Kroenke, 2003).

Η επίδραση της κατάθλιψης εξαπλώνεται σε πολλούς τομείς της ζωής. Πλήττεται πρωτίστως το κίνητρο.

Ο άνθρωπος νιώθει απάθεια, χωρίς δύναμη ή διάθεση να εμπλακεί σε οτιδήποτε, με την αίσθηση ότι τίποτα δεν αξίζει τον κόπο και κάθε προσπάθεια είναι μάταιη. Πλήττονται και τα συναισθήματα, καθώς κυριαρχεί η ανηδονία, η αδυναμία δηλαδή να νιώσει κανείς ευχαρίστηση, σε σημείο που ακόμη κι όταν βρεθεί σε μια κάποτε ευχάριστη περίσταση, βυθίζεται σε μεγαλύτερη θλίψη επειδή συνειδητοποιεί την αδυναμία του να χαρεί. Παράλληλα, ενώ τα θετικά συναισθήματα υποχωρούν, ενισχύονται τα αρνητικά, όπως ο θυμός, η θλίψη, η απόγνωση, ακόμη και ο φθόνος για όσους φαίνεται να περνούν καλά.

Πέρα όμως από τη γνωστική και συμπεριφορική της διάσταση, η κατάθλιψη μπορεί να ιδωθεί και μέσα από μια πιο ανθρωπιστική, υπαρξιακή ματιά. Ο Carl Rogers (1959) υποστήριξε πως η ψυχική δυσφορία γεννιέται συχνά όταν το άτομο απομακρύνεται από τη γνήσια εμπειρία του εαυτού του, προσπαθώντας να ανταποκριθεί σε «όρους αξίας» που έχει εσωτερικεύσει από σημαντικά πρόσωπα της ζωής του, μια αγάπη ή αποδοχή που έμαθε να θεωρεί δεδομένη μόνο υπό όρους. Όταν η απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό βίωμα και στην εικόνα που το άτομο οφείλει να έχει για τον εαυτό του μεγαλώνει, η ασυμφωνία αυτή γίνεται πρόσφορο έδαφος για κατάθλιψη. Από αυτή την οπτική, η κατάθλιψη δεν είναι απλώς μια δυσλειτουργία προς διόρθωση, αλλά και ένα σήμα πως ο άνθρωπος έχει σταματήσει, εδώ και καιρό, να ζει σύμφωνα με τη δική του, αυθεντική εμπειρία. Ανάλογα, ο Irvin Yalom (1980) συνέδεσε την κατάθλιψη με τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα του ανθρώπου, το νόημα, τη μοναξιά, την ελευθερία, το πεπερασμένο της ζωής, υπενθυμίζοντας πως πίσω από πολλά καταθλιπτικά συμπτώματα κρύβεται συχνά ένα βαθύτερο ερώτημα ύπαρξης που αναζητά απάντηση. Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις συγκλίνουν σε ένα κρίσιμο σημείο. Η θεραπευτική σχέση η ίδια, η εμπειρία δηλαδή του να νιώσει κανείς κατανοητός και αποδεκτός χωρίς όρους, χωρίς να χρειάζεται να «αξίζει» την αποδοχή αυτή, λειτουργεί ως ένας από τους πλέον αξιόπιστους παράγοντες θεραπευτικής αλλαγής, ανεξαρτήτως θεωρητικού προσανατολισμού (Elliott κ.ά., 2013).

Οι σκέψεις επηρεάζονται διττά. Αφενός στο επίπεδο της συγκέντρωσης και της μνήμης, με το άτομο να αδυνατεί να παρακολουθήσει ακόμη και μια απλή τηλεοπτική εκπομπή ή να θυμηθεί ευχάριστα γεγονότα, ενώ τα αρνητικά παραμένουν έντονα χαραγμένα. Αφετέρου στο περιεχόμενο των σκέψεων για τον εαυτό, το μέλλον και τον κόσμο, που βιώνονται ως κατώτερα, ελλιπή, απειλητικά, σαν μόνιμες πηγές απογοήτευσης. Η συμπεριφορά τείνει προς την ελαχιστοποίηση της δράσης και την κοινωνική απόσυρση, με το άτομο να αποφεύγει καταστάσεις που κάποτε του πρόσφεραν ευχαρίστηση, ενώ και οι κοινωνικές σχέσεις φθίνουν, καθώς βρίσκει συνεχώς προφάσεις για να αρνηθεί προσκλήσεις και επαφές.

Δεν πρέπει να παραβλέπεται πως η κατάθλιψη συνιστά σοβαρό παράγοντα κινδύνου για αυτοκτονία, καθώς η βαθιά απελπισία που τη συνοδεύει μπορεί να οδηγήσει το άτομο στην πεποίθηση ότι η μόνη διέξοδος από μια ανυπόφορη κατάσταση είναι ο τερματισμός της ζωής του (World Health Organization, 2023). Πολύ συχνά τίθεται το ερώτημα του αυτοκτονικού ιδεασμού σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, μια εξαιρετικά επιβαρυντική εμπειρία, αφού συνδυάζει το βάρος της ευθύνης και το άγχος αποτροπής μιας τέτοιας πράξης με τη συνειδητοποίηση της αδυναμίας να μεταπείσει κανείς όποιον έχει φτάσει σε αυτό το σημείο.

Ως προς τους παράγοντες κινδύνου, συνήθως εμπλέκεται ένας συνδυασμός βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών στοιχείων (World Health Organization, 2023), με ιδιαίτερο βάρος να δίνεται στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις προσωπικές επιλογές και στις στρατηγικές αντιμετώπισης δυσκολιών που διαθέτει ή δεν διαθέτει το άτομο. Ανάμεσα σε αυτούς τους παράγοντες ξεχωρίζει η τελειοθηρία, η οποία συνδέεται συχνά με προβλήματα διάθεσης (Hewitt & Flett, 1991), καθώς εγκλωβίζει το άτομο σε ένα αίσθημα αδικαιολόγητης αποτυχίας. Ο τελειομανής θέτει διαρκώς υψηλούς στόχους, πιέζοντας τον εαυτό του, ενώ σχεδόν ποτέ δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει πλήρως τα δικά του κριτήρια, μια και πάντα υπάρχει περιθώριο βελτίωσης. Έτσι, ακόμη κι όταν πετύχει κάτι, δεν το βιώνει ως επιτυχία αλλά ως απλή εκπλήρωση καθήκοντος, εγκλωβισμένος σε έναν κύκλο όπου τίποτα δεν αναγνωρίζεται ποτέ ως προσωπικό επίτευγμα.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως στην κατάθλιψη είναι συχνό το άτομο να δυσκολεύεται να ζητήσει επαγγελματική βοήθεια, βιώνοντας το πρόβλημά του ως προσωπική αδυναμία που οφείλει να ξεπεράσει μόνο του. Αυτή η προσδοκία, ωστόσο, είναι εξαρχής καταδικασμένη, αφού η κατάθλιψη επηρεάζει κάθε πτυχή της ζωής του. Έτσι παγιδεύεται σε έναν φαύλο κύκλο. Όσο προσπαθεί μόνος του τόσο απογοητεύεται, και όσο απογοητεύεται τόσο αποσύρεται περισσότερο από κάθε πιθανή βοήθεια, θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο υποστήριξης. Η δυσκολία αυτή γίνεται ακόμη εντονότερη σε ειδικές συνθήκες ζωής όπου συχνά αναδύονται προβλήματα διάθεσης, όπως η συνταξιοδότηση ή η περίοδος μετά τον τοκετό, με την επιλόχειο κατάθλιψη να αποτελεί ιδιαίτερα μελετημένο πεδίο στη σύγχρονη βιβλιογραφία (O'Hara & Wisner, 2014).


Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed.). Washington, DC: APA.

Beck, A. T. (1967). Depression: Clinical, Experimental, and Theoretical Aspects. New York: Harper & Row.

Elliott, R., Bohart, A. C., Watson, J. C., & Greenberg, L. S. (2013). Empathy. In J. C. Norcross (Ed.), Psychotherapy Relationships That Work. Oxford University Press.

Hewitt, P. L., & Flett, G. L. (1991). Perfectionism in the self and social contexts. Journal of Personality and Social Psychology, 60(3), 456–470.

Kroenke, K. (2003). Patients presenting with somatic complaints. International Journal of Methods in Psychiatric Research, 12(1), 34–43.

Martin, L. A., Neighbors, H. W., & Griffith, D. M. (2013). The experience of symptoms of depression in men vs women. JAMA Psychiatry, 70(10), 1100–1106.

O'Hara, M. W., & Wisner, K. L. (2014). Perinatal mental illness. Best Practice & Research Clinical Obstetrics & Gynaecology, 28(1), 3–12.

Rogers, C. R. (1959). A theory of therapy, personality, and interpersonal relationships as developed in the client-centered framework. Στο S. Koch (Επιμ.), Psychology: A Study of a Science, τ. 3. New York: McGraw-Hill.

World Health Organization (2023). Depressive disorder (depression). Ανακτήθηκε από www.who.int

Yalom, I. D. (1980). Existential Psychotherapy. New York: Basic Books.

Σχόλια


bottom of page